Η συμμετοχική τσιμεντούπολη

Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιορκ, Βουδαπέστη, Βιέννη
Μπρος στην Αθήνα καμιά μα καμιά σας δεν βγαίνει
Γιατ' είναι πάντα γιομάτες με ρόδα οι ποδιές της
Κι' άσπρες δαντέλες τυλίγουν τις ακρογιαλιές της
Μ. Τραϊφόρος, Λ. Ραπίτης (1946)
Εκών-άκων είμαι αναπόφευκτα Αθηναίος. Προσπαθώ από παιδί να αρνηθώ την Αθηναιοποίησή μου, αλλά παρά τις περιόδους φυγής, παρότι δεν έζησα σε αυτή την πόλη παρά από τα δεκαπέντε μου και μετά, είναι τέτοιο το βάρος των συσσωρευμένων εμπειριών και των επιβατικών χιλιομέτρων που μόνο ως έμμονη αδιαλλαξία μπορεί να ερμηνευτεί η άρνησή μου να θεωρήσω εαυτόν Αθηναίο.
Φταίει που κανένας δεν μπορεί να είναι Αθηναίος-Αθηναίος; φταίει πως πλην του Παναθηναϊκού ποτέ δεν μου άρεσε τίποτα σε αυτήν την πόλη, παρά μόνο όταν ήμουν επισκέπτης και τουρίστας; Φταίει πως σε πολλές περιοχές της επικράτειας λένε αυτός είναι Αθηναίος με τον ίδιο τρόπο που λένε αυτός είναι μαλάκας; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι αυτό το γενικευμένο έλλειμμα τοπικού πατριωτισμού, είναι σπάνιο παγκοσμίως και επιδέχεται πολλές ερμηνείες, από τις οποίες οι περισσότερες δεν αντικατοπτρίζουν παρά τις εμμονές και την επιλεκτική όραση των αναλυτών και σχολιαστών. Όπως π.χ. η δικιά μου. Η δικιά μου μερική εκδοχή / μυθολογία για την αυτοάνοση σχεδόν πάθηση της Αθήνας λέει τα εξής:
Η Αθήνα διαμορφώθηκε μέσα από ένα ιδιόμορφο διάλογο μεταξύ πολεοδόμων, εργολάβων, πολιτικών, μικροϊδιοκτητών, μεγαλοϊδιοκτητών και νεωτερικότητας. Στο διάλογο αυτόν σημαντική ήταν η συνεισφορά της αντίληψης που έφερναν σε κύματα αλλεπάλληλοι έποικοί της, μιας αντίληψης χωριού που αδυνατούσε να κατανοήσει ή να εκτιμήσει την ανάγκη συνολικού αστικού σχεδιασμού, την ανάγκη για δημόσιους χώρους, για χώρους πρασίνου και για οιουδήποτε είδους όρια και περιορισμούς της ιδιοκτησίας. Μέσα σε συνθήκες πληθυσμιακής έκρηξης μετά τον πόλεμο, ιδεολογικής πρωτοκαθεδρίας του «σύγχρονου» πάνω στο παλιό και ξεπερασμένο και της χρησιμοκεντρικής αντίληψης για το ορθολογικό, το γενικό νταλαβέρι που ονομαζόταν πολιτική στην πελατειακή μας δημοκρατία μετά τον πόλεμο οδήγησε στην Αθήνα όπως την γνωρίσαμε εδώ και μερικές δεκαετίες. Αντικειμενικά η «επικράτεια της πολυκατοικίας» που προέκυψε, και πρέπει να το τονίσουμε αυτό, οδήγησε σε μια γενική βελτίωση των όρων διαβίωσης της μέσης οικογένειας, με τόσο μικρό κόστος, που σίγουρα αποτελεί παγκόσμιο υπόδειγμα Δεν ήταν ακριβώς μια δημοκρατική διαδικασία ίσως, αλλά όλο αυτό δεν συντελέσθηκε ερήμην των κατοίκων της. Έγινε με την ενεργητική και ενθουσιώδη συμμετοχή τους (ή πολλών εξ αυτών έστω).
Όταν όμως τελείωσε σχεδόν το έργο αυτό (όταν τελείωναν και τα οικόπεδα περίπου), ο πληθυσμός της Αθήνας είχε αστικοποιηθεί, είχε δει τι υπήρχε στην Λόντρα, στο Παρίσι, στο Νιου Γιορκ και στην Βιέννη, είχε συνειδητοποιήσει πως δεν υπήρχαν δημόσιοι χώροι, χώροι πρασίνου, περίπατοι, πως τα πεζοδρόμια ήταν υπό κατάργηση και άρχων της Αθήνας ήταν το αυτοκίνητο και αισθάνθηκε μειονεκτικά. Εξ ου και προκύπτει η Αθήνα ως επαχθής «τσιμεντούπολη». Η Αθήνα πρέπει να είναι η (δυτική) πόλη εκείνη όπου η συλλογική αισθητική των κατοίκων της εξεγείρεται περισσότερο εναντίον της τοπικής και γενικής εικόνας της πόλης τους, από οιαδήποτε άλλη στον κόσμο. Και αυτό είναι οξύμωρο δεδομένου ότι λίγοι από τους δυσανασχετούντες (και αυτοί πρόσφατα) θα είχαν τον οποιονδήποτε ενδοιασμό να παραδώσουν ένα οικοδομήσιμο οικόπεδο σε κάποιον εργολάβο για να κτίσει πολυκατοικία. Πρόκειται για μια αντίφαση μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας; Πρόκειται για απαίτηση, ίσως, επιβολής κανόνων απέξω; Το θέμα είναι πως αυτή η αντίφαση είναι στα θεμέλια της αθηναϊκής σχιζοφρένειας. Μαζί βέβαια με το αντικειμενικό γεγονός της μη-βιωσιμότητας της πόλης, για τους περισσότερους που έχουν την ατυχία να εργάζονται σε αυτήν. Αλλά εδώ, πέρα από την αισθητική και το τσιμέντο, μπαίνουν στην εξίσωση και οι δημόσιες επενδύσεις, το πρότυπο ανάπτυξης, οι οικονομικές ανισότητες, η εκπαίδευση, η βασιλεία του αυτοκινήτου, η απουσία περιβαλλοντικής πολιτικής, οι εργασιακές σχέσεις: πληγές της χώρας συνολικά που στην Αθήνα πονάνε περισσότερο και δένουν με το άδεντρο τοπίο σε μια κοινή και απεχθή εικόνα.
Για τους τουρίστες βέβαια, η εικόνα είναι άλλη: πρέπει να ζεις μακριά από την πόλη (ή έστω να βιοπορίζεσαι ανεξάρτητά της) και να την επισκέπτεσαι για να εντοπίσεις τα πραγματικά της πλεονεκτήματα και να μπορέσεις να διακρίνεις έναν νευρικό δυναμισμό που εξαντλείται κατασπαράσσοντας τις ίδιες της σάρκες της πόλης και δοκιμάζοντας τα όρια των κατοίκων της. Και ο οποίος προς το παρόν μεταφράζεται σε μια διάχυτη και γενικευμένη αγανάκτηση και σε κρίσεις εξατομικευμένης οργής.

